νόμιμος

νόμιμος
νόμιμος
conformable to custom
masc nom sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Look at other dictionaries:

  • νόμιμος — η, ο, θηλ. και ος (ΑΜ νόμιμος, ίμη, ον, Α θηλ. και ος) 1. αυτός που υπάρχει ή γίνεται κατά τους νομικούς θεσμούς, έννομος, σύμφωνος με τον νόμο (α. «νόμιμος γάμος» β. «νόμιμοι ἔρωτες», Γοργ.) 2. αυτός που τηρεί τους νόμους («νόμιμος καὶ κόσμιος» …   Dictionary of Greek

  • νόμιμος — η, ο 1. ο σύμφωνος με τους νόμους: Νόμιμος γάμος. – Νόμιμη ενέργεια. 2. το ουδ. στον πληθ. ως ουσ., νόμιμα οι διατάξεις των νόμων: Σύμφωνα με τα διεθνή νόμιμα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • νομιμώτερον — νόμιμος conformable to custom adverbial comp νόμιμος conformable to custom masc acc comp sg νόμιμος conformable to custom neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νομιμώτατα — νόμιμος conformable to custom adverbial superl νόμιμος conformable to custom neut nom/voc/acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νομιμώτατον — νόμιμος conformable to custom masc acc superl sg νόμιμος conformable to custom neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νομίμων — νόμιμος conformable to custom fem gen pl νόμιμος conformable to custom masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νομίμως — νόμιμος conformable to custom adverbial νόμιμος conformable to custom masc acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νόμιμον — νόμιμος conformable to custom masc acc sg νόμιμος conformable to custom neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νομιμωτάτην — νόμιμος conformable to custom fem acc superl sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νομιμωτάτης — νόμιμος conformable to custom fem gen superl sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”